Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Θεραπεία για τις... ασθένειες του ΕΣΥ

Δημιουργήθηκε για να εξασφαλίσει την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις δομές υγείας και την άσκηση ιατρικής που θα καθορίζεται από όσα χρειάζονται για την περίθαλψη του ασθενούς, όχι από την οικονομική του κατάσταση. Από το ξεκίνημά του, τα εμπόδια ήταν πολλά. Ο Παρασκευάς Αυγερινός, πρώην υπουργός Υγείας και κύριος εισηγητής του ιστορικού νόμου 1397 με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας το 1983, αποκαλύπτει στο βιβλίο του
«Η αλλαγή τελείωσε νωρίς» (Εστία, 2013) τις μάχες που έδωσε για να ψηφιστεί ο νόμος και τις αντιδράσεις που αντιμετώπισε ακόμη και από «συντρόφους» του στο ΠΑΣΟΚ.

«Η εφαρμογή ενός διαρθρωμένου ΕΣΥ συγκρούεται αναπόφευκτα με εγκατεστημένα συμφέροντα, που προσπαθούν να αποτρέψουν ριζοσπαστικές και ανθρωποκεντρικές παρεμβάσεις», γράφει.


Τριάντα επτά χρόνια μετά, η χώρα διαθέτει ένα δίκτυο σύγχρονων νοσοκομείων, εξειδικευμένων μονάδων και υπηρεσιών με υψηλού επιπέδου επιστημονικό, νοσηλευτικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό. Ομως, παρά τις νομοθετικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις που κατά καιρούς έγιναν, εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρά προβλήματα – στην οργάνωση, στη λειτουργία και, εντέλει, στην αποτελεσματικότητά του. Στη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης, στα θεσμικά «κουσούρια» του ΕΣΥ (κομματική λογική, οργανωτική ανεπάρκεια, απουσία μηχανισμών ελέγχου, έλλειψη αξιολόγησης στελεχών) προστέθηκε η οικονομική δυσπραγία (υποχρηματοδότηση, ελλείψεις σε υγειονομικό προσωπικό, φάρμακα και αναλώσιμα).

Κι έπειτα ενέσκηψε ο κορωνοϊός. Το ΕΣΥ άντεξε την πίεση, οι άνθρωποί του είναι πλέον οι «ήρωες πίσω από τις μάσκες». «Η ανταμοιβή τους είναι αξιακή μας υποχρέωση», δήλωσε την περασμένη Κυριακή στην «Κ» ο υπουργός Υγείας, Βασίλης Κικίλιας. «Με απόφαση του πρωθυπουργού, έχουν λάβει έκτακτη οικονομική ενίσχυση, ενώ μελετώνται και άλλοι τρόποι επιβράβευσής τους». Μια έκτακτη οικονομική ενίσχυση είναι κάτι – το ελάχιστο που οφείλει η πολιτεία σε όσους ξεπέρασαν τον εαυτό τους και τις αντοχές τους για να προσφέρουν σε αυτόν τον «πόλεμο». Ομως η πρόκληση είναι άλλη: να χτυπηθεί η παθογένεια του ΕΣΥ –η οποία δεν μπόρεσε να θεραπευθεί μέσα από τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν μέχρι σήμερα– στον πυρήνα της. Ωστε να είναι το ΕΣΥ έτοιμο να αντιμετωπίσει όχι μόνον το πιθανό δεύτερο κύμα της COVID-19 ή την επόμενη πανδημία, αλλά να ανταποκριθεί στις ανάγκες του ελληνικού λαού, όπως οφείλει, τις επόμενες δεκαετίες.

Ζητήσαμε από τέσσερις ανθρώπους που το γνωρίζουν καλά να μας πουν τι θα άλλαζαν. Την ανάγκη να υπάρξει «ανανέωση του προσωπικού, ώστε να εμπλουτιστεί με νεότερες γενιές, που θα συνεισφέρουν σε γνώση και τεχνογνωσία», τονίζει η Αναστασία Κοτανίδου, καθηγήτρια Πνευμονολογίας - Εντατικής Θεραπείας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. Για «ανακατανομή πόρων και δυνατοτήτων» κάνει λόγο ο Βασίλειος Μπέκος, διευθυντής Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών και στη Βιοκλινική Αθηνών. «Ανθρωπισμός, δικαιοσύνη, οικονομία, ετοιμότητα, όλα να εξυπηρετούνται από ένα σύστημα υγείας που θα λειτουργεί σαν δίχτυ ασφαλείας για όλους, ειδικά τους πιο ευάλωτους», λέει ο Γεώργιος Χρούσος, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας στο ΕΚΠΑ. «Το πρόβλημα δεν είναι εύκολο», αναγνωρίζει ο πρώην υπουργός Υγείας Αλέκος Παπαδόπουλος, «αλλά τώρα πια πρέπει να επιλυθεί. Με βάση τις σημερινές ανάγκες και όχι με τις αναμνήσεις, τις φοβίες και τις εμμονές της γενιάς μας, που ακόμη μας κατατρύχουν».

Αλέκος Παπαδόπουλος*: Να αλλάξει το παρωχημένο οργανωτικό

Πέρασαν τριάντα έξι χρόνια από την ίδρυση του ΕΣΥ και είκοσι από το σχετικά σύντομο πέρασμά μου από το υπουργείο Υγείας. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον χώρο της υγείας από ψύχραιμη απόσταση, καταλήγω στα εξής:

Εγιναν πολλές βελτιώσεις στο σύστημα, κυρίως στις κτιριακές υποδομές και στην προμήθεια σύγχρονου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού. Μπορεί να διακρίνει κανείς και άλλες σημαντικές βελτιώσεις και σοβαρές προσπάθειες από όλες τις κυβερνήσεις. Παρ’ όλα αυτά, το ΕΣΥ δεν προχώρησε και δεν προσαρμόστηκε.

Το κυριότερο πρόβλημα του τομέα υγείας στη χώρα μας είναι το παρωχημένο οργανωτικό. Αυτό προέκυψε από την έλλειψη σαφούς φιλοσοφίας και ενός πνεύματος που να καθοδηγεί τον αέναο εκσυγχρονισμό του συστήματος. Ενα πνεύμα που θα διέλυε τις καθηλωτικές μεταπολιτευτικές εμμονές και τα φωλιασμένα στερεότυπα που γεννήθηκαν σε άλλες πολιτικές και κοινωνικές ατμόσφαιρες.

Η ανασυγκρότηση του ΕΣΥ πρέπει να αρχίσει και να ολοκληρωθεί το συντομότερο. Οι δημογραφικές εξελίξεις τα αμέσως επόμενα χρόνια θα ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στα συστήματα υγείας από ό,τι στα συστήματα συντάξεων. Τότε θα χρειαστεί σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών για την υγεία. Ας μην αυτοπαρηγορούμαστε λόγω κορωνοϊού. Η όποια αύξηση κρατικών δαπανών για την υγεία, με το σημερινό σύστημα, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα βελτίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών. Ενώ, αντίθετα, μια εκ βάθρων ανασυγκρότηση του συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε θεαματικές βελτιώσεις απόδοσης, με σχεδόν τα ίδια επίπεδα χρηματοδότησης.

10 απαραίτητες τομές

Εντελώς ενδεικτικά θα έπρεπε:

• Να υιοθετηθεί αρχή ότι τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου είναι σε ένα βαθμό κατάλληλα για την άσκηση εποπτείας ή αναδιανεμητικών λειτουργιών αλλά όχι παραγωγικών διαδικασιών.

• Να ενισχυθεί ο εποπτικός και επιτελικός ρόλος του υπουργείου Υγείας με στόχο τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, τη θέσπιση αυστηρών μηχανισμών εποπτείας και πιστοποιήσεων των προσφερομένων υπηρεσιών από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς. Αυτό απαιτεί ένα σύγχρονο, ολιγομελές υπουργείο για την παραγωγή μόνο πολιτικών υγείας (policies) με περίπου 200 εξειδικευμένους υπαλλήλους και μόνο περίπου 20 κλασικούς διοικητικούς υπαλλήλους, όπως συμβαίνει σήμερα παντού.

• Για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των κρατικών νοσοκομείων να μετατραπούν σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με εγκατάσταση σύγχρονων λογιστηρίων, συστημάτων διοικητικής πληροφόρησης και εταιρικής διακυβέρνησης. Να επανέλθουν, αντί των σημερινών Δ.Σ., συμβούλια διοίκησης με μέλη μέσα από τα στελέχη των νοσοκομειακών ιδρυμάτων και επιλογές πραγματικών μάνατζερ και όχι εμβαπτισμένων.

• Να δημιουργηθούν ισχυρές περιφερειακές διοικήσεις υγείας.

• Να καθιερωθεί νέο σύστημα αξιοπρεπών αμοιβών με κριτήρια απόδοσης.

• Να καταργηθούν τα κρατικά τιμολόγια για τα νοσήλια και να γίνει πλήρης εφαρμογή πληρωμών με βάση τα DRGs.

• Οι προσωπικοί γιατροί να λειτουργούν ως gate keepers και η πρόσβαση των ασθενών στις υπηρεσίες υγείας να γίνεται μέσω ηλεκτρονικού συστήματος ιατρικών επισκέψεων.

• Να αυξηθούν οι μονάδες αυξημένης φροντίδας με αντίστοιχο περιορισμό πλεοναζουσών κλινών διαφόρων κλινικών.

• Να καταργηθεί το πολυδιευθυντικό σύστημα και να επανέλθουν οι βαθμίδες υποδιευθυντών και επιμελητών.

• Να δημιουργηθούν Συμπράξεις Δημοσίου - Ιδιωτικού Τομέα Υγείας ανάμεσα στον ΕΟΠΥΥ, στον ιδιωτικό τομέα υγείας και στην ασφαλιστική αγορά, με προσαρμογή του αντίστοιχου γαλλικού μοντέλου. Το πρόβλημα δεν είναι εύκολο, αλλά τώρα πια πρέπει να επιλυθεί. Με βάση τις σημερινές ανάγκες και όχι με τις αναμνήσεις, τις φοβίες και τις εμμονές της γενιάς μας, που ακόμη μας κατατρύχουν. Απαιτούνται όμως μεγάλες πειθαρχίες στον σχεδιασμό και στα προγράμματα και υποπρογράμματα εφαρμογής της μεταρρύθμισης. Με μέθοδο και ικανότητα μετασχηματισμού των αντιθέσεων και των αντιφάσεων που υπάρχουν στο σημερινό σύστημα. Χωρίς ανώφελους επικοινωνισμούς γι’ αυτούς που θα την επιχειρήσουν, γιατί όταν προσπαθείς να κερδίσεις τις εντυπώσεις, χάνεις τις υποθέσεις.

* Ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος έχει διατελέσει υπουργός Υγείας, Εσωτερικών και Οικονομικών.

Αναστασία Κοτανίδου*: Αντιμετώπιση της «γήρανσης» του υγειονομικού προσωπικού

Ο σκοπός ενός συστήματος υγείας είναι η αντιμετώπιση των αναγκών υγείας και φροντίδας του πληθυσμού σε όλο το φάσμα της φροντίδας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα νοσοκομεία του ΕΣΥ είναι οι μεγάλες ελλείψεις σε μη ιατρικό προσωπικό, και κυρίως σε νοσηλευτές.

Πολλά τμήματα λειτουργούν με νοσηλευτικό προσωπικό κάτω από τα όρια ασφαλείας, ενώ άλλα, μεταξύ των οποίων και ορισμένα ιδιαίτερα σημαντικά, όπως μονάδες εντατικής θεραπείας, δεν λειτουργούν καθόλου λόγω έλλειψης προσωπικού. Στους γιατρούς, είναι απαραίτητη η εφαρμογή του θεσμού της «πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης» μόνο στους διευθυντές-συντονιστές με βελτιωμένες αποδοχές και με δυνατότητα παροχής αμειβόμενου ιδιωτικού έργου εντός του νοσοκομείου.

Για τους υπόλοιπους γιατρούς, να παρέχεται η δυνατότητα πλήρους αλλά όχι αποκλειστικής απασχόλησης, για να μπορούν να απασχολούνται σε δύο ή περισσότερα νοσοκομεία με βάση επιμέρους συμβόλαια εργασίας.

Το θέμα της «γήρανσης» του υγειονομικού πληθυσμού είναι επίσης σε προτεραιότητα, διότι η μαζική έξοδος του διευθυντικού δυναμικού σώματος των γιατρών του ΕΣΥ, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση των νέων γιατρών, έχουν ως αποτέλεσμα ένα στρώμα γιατρών μέσα στο ΕΣΥ το οποίο βρίσκεται σε ακραία επαγγελματική κόπωση. Δηλαδή δεν υπάρχει μηχανισμός ανανέωσης του προσωπικού ώστε να εμπλουτιστεί με νεότερες γενιές, που δεν «θα βγάλουν απλώς τη δουλειά», αλλά θα συνεισφέρουν σε νέα γνώση και τεχνογνωσία.

Ιδού μερικές ακόμη παρεμβάσεις και αλλαγές, που είναι απολύτως απαραίτητες:

• Αποτελεσματικότερη διαχείριση των περιστατικών εντός του νοσοκομείου και μείωση των άσκοπων εισαγωγών από περιστατικά που μπορούν να αντιμετωπιστούν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο.

• Ανάπτυξη εναλλακτικών δομών νοσηλείας, όπως για παράδειγμα οι μετανοσοκομειακές υπηρεσίες και η κατ’ οίκον νοσηλεία.

• Μηχανισμοί αξιολόγησης, ελέγχου και ποιότητας σε όλα τα επίπεδα του ΕΣΥ.

• Ενίσχυση και αναβάθμιση του νοσηλευτικού δυναμικού με νέα προγράμματα σπουδών και βελτιωμένες αποδοχές.

• Αμεση ανάπτυξη ειδικών μονάδων όπως οι μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) και οι μονάδες αυξημένης φροντίδας (ΜΑΦ).

• Δυνατότητα απογευματινών ιατρείων και για τους γιατρούς των ΜΕΘ.

• Δυνατότητα στους γιατρούς των ΜΕΘ για εξάσκηση της βασικής τους ειδικότητας για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, προς αποφυγήν του burnout.

• Ανάπτυξη στοχευμένων προγραμμάτων διά βίου εκπαίδευσης για όλα τα στελέχη των μονάδων του ΕΣΥ.

• Υιοθέτηση ενός εξωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας, που θα εξασφαλίζει ότι οι υποδομές ικανοποιούν τις απαιτήσεις και τα διεθνή πρότυπα λειτουργίας.

• Δημιουργία ειδικής επιτροπής για τον καθορισμό των προδιαγραφών παροχής υπηρεσιών και λειτουργίας, των αναγκών πληροφόρησης και των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων για τα νοσοκομεία και την προώθηση της κουλτούρας συμμόρφωσης με τη διαδικασία διαπίστευσης.

• Εγκαθίδρυση συστήματος ελέγχου μέσω της καταγραφής και παρακολούθησης των δεικτών ποιότητας, όπως η ενδονοσοκομειακή θνητότητα, τα ποσοστά επιπλοκών και τα ποσοστά επανεισαγωγών εντός 30 ημερών, στο πλαίσιο του συστήματος του υπουργείου Υγείας.

• Δίκτυο νοσοκομείων (hospital network) με προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ νοσοκομείων και κοινό, ενδεχομένως, μάνατζμεντ.

• Μετατροπή των νοσοκομείων σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και υπαγωγή τους ως θυγατρικών σχημάτων στις υγειονομικές περιφέρειες (ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου) ανά ΥΠΕ. Η νέα νομική μορφή των κρατικών νοσοκομείων θα δώσει τη δυνατότητα να υπερβούν τις αγκυλώσεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου και να θεσπίσουν κίνητρα οικονομικής και κλινικής αποδοτικότητας, τα οποία θα διαφοροποιήσουν τις αμοιβές των γιατρών, των νοσηλευτών και των διοικητικών υπαλλήλων, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.

• Ψηφιοποίηση - έλεγχος - παρακολούθηση του παραγόμενου έργου.

• Ελεγχος - τιμολόγηση παρεχομένων υπηρεσιών σε πραγματικό χρόνο.

• Δημιουργία ειδικών κέντρων μετανοσοκομειακής φροντίδας με Συμπράξεις Δημοσίου - Ιδιωτικού Τομέα για αποσυμφόρηση ΜΕΘ και ορόφων, μείωση κόστους νοσηλείας και καλύτερες συνθήκες αποκατάστασης των ασθενών.

* Η κ. Αναστασία Κοτανίδου είναι καθηγήτρια Πνευμονολογίας - Εντατικής Θεραπείας στην Α΄ Πανεπιστημιακή Κλινική Εντατικής Θεραπείας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας.

Γεώργιος Π. Χρούσος*: Κλινική αριστεία με δείκτες απόδοσης
Στη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης, στα θεσμικά «κουσούρια» του ΕΣΥ (κομματική λογική, οργανωτική ανεπάρκεια, απουσία μηχανισμών ελέγχου, έλλειψη αξιολόγησης στελεχών) προστέθηκε η οικονομική δυσπραγία (υποχρηματοδότηση, ελλείψεις σε υγειονομικό προσωπικό, φάρμακα και αναλώσιμα). INTIME NEWS

Η σοφή ρήση ουδέν κακόν αμιγές καλού ταιριάζει στη σημερινή κατάσταση της χώρας, όπως και σε κάθε κρίση. Η πανδημία του SARS-CoV-2 έχει κόστος για την πατρίδα μας, αλλά και πιθανά παράπλευρα οφέλη. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας βρέθηκε άξιος αρωγός στην προσπάθεια του κράτους να διαχειριστεί την κρίση και θα ωφεληθεί από αυτή για το καλό όλων.

Η ίδρυση και λειτουργία του ελληνικού ΕΣΥ ήταν ένα τεράστιο βήμα μπροστά, από πολλές πλευρές. Για περίπου δύο δεκαετίες έζησα μέσα σε αυτό και είχα την ευκαιρία να το εκτιμήσω εκ των έσω, και πριν και μετά την οικονομική κρίση. Είχα την τύχη να υπηρετήσω σε ένα από τα καλύτερα κομμάτια του, το Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Προβλήματα υπήρχαν και επιτάθηκαν με την οικονομική κρίση, όπως σε όλο το ΕΣΥ, και είναι γνωστά, με κύρια την υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση και ανισοκατανομή προσωπικού και πόρων, κακά που μπορούν να διορθωθούν. Από την άλλη μεριά, όμως, πολλά καλά συνέβησαν, όπως μηχανογράφηση, δικτύωση, έλεγχος των εξόδων, προσθήκη σύγχρονων ειδικών μονάδων, ανακαινίσεις, εξοπλισμοί. Θα ήθελα να δώσω συνοπτικά μερικές ιδέες για τη βελτίωση της λειτουργίας του ΕΣΥ, σύμφωνα με τις εμπειρίες μου εκτός και εντός του συστήματος.

Η αποστολή του ΕΣΥ είναι η παροχή άριστων υπηρεσιών υγείας στους κατοίκους της χώρας και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με χρηστή οικονομική, διοικητική και νομική διαχείριση, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών αιχμής, θέσπιση εξειδικευμένων πρωτοκόλλων παροχής φροντίδας για όλους τους ειδικούς πληθυσμούς, και για την εμπέδωση της κλινικής αριστείας. Το κράτος παρέχει την απαιτούμενη οικονομική υποστήριξη και ασκεί δίκαιη και εμπεριστατωμένη μακρο –και όχι μικρο– διαχείριση. Πολλές από τις βελτιώσεις που προτείνονται παρακάτω έχουν μικρό ή μηδενικό κόστος:

Βελτιωμένη μηχανογράφηση εξόδων - εσόδων, εφαρμογή ορκωτού ελέγχου, αξιοποίηση έμπειρων στελεχών του χώρου ως συμβούλων, που επιλέγονται με βάση την αριστεία. Πλήρης, λεπτομερής καταγραφή και περιοδική αξιολόγηση του προσωπικού και εναργέστερη θέσπιση νομικού πλαισίου αστικών, διοικητικών ή/και ποινικών ευθυνών, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρουσης συμφερόντων ως στοιχείου που δικαιούται να γνωρίζει ο/η ασθενής.

Πληρέστερη εφαρμογή της τηλεϊατρικής, ιδίως για κατοίκους ορεινών περιοχών και νησιών, με έμφαση στη συμβουλευτική και προληπτική ιατρική και μακροχρόνια παρακολούθηση ασθενών. Τακτική εκπαίδευση φοιτητών ιατρικής και νοσηλευτικής, καθώς και ιατρών και άλλων φροντιστών υγείας, σε ασύγχρονα περιβάλλοντα και τρισδιάστατα μοντέλα. Εκσυγχρονισμός των ιατρικών αρχείων των νοσοκομείων με ψηφιοποίηση των ιατρικών φακέλων με την αρωγή ειδικών μεθόδων πληροφορικής της υγείας, και με τη δημιουργία εθνικών αρχείων ασθενειών με βάση τον κανονισμό για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Θέσπιση εξειδικευμένων πρωτοκόλλων παροχής φροντίδας για ειδικούς πληθυσμούς, όπως έφηβοι, ηλικιωμένοι (αντιμετώπιση πολυφαρμακίας, θέσπιση εξειδίκευσης στη γηριατρική), γυναίκες κάθε ηλικίας, άτομα με κινητική ή άλλου είδους αναπηρία, ξενόγλωσσοι, αλλοδαποί, πρόσφυγες, μετανάστες (π.χ. ανάγκη διαπολιτισμικού μεσολαβητή και διερμηνέα) και αύξηση των μονάδων οδοντιατρικής για καλή και οικονομική εξυπηρέτηση για τους πιο ευάλωτους. Προσανατολισμός των ιατρικών πράξεων με βάση τα αξιακά και μεταφυσικά πιστεύω του κάθε ασθενούς.

Εμπέδωση κλινικής αριστείας με δημιουργία κέντρων αναφοράς με ενιαία βάση δεδομένων, ίδρυση ερευνητικού νοσοκομειακού ιδρύματος στα πρότυπα του κλινικού κέντρου των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, για τη διεξαγωγή πειραματικών κλινικών μελετών. Πιστοποίηση όλων των εργαστηριακών μονάδων από την κατάλληλη Αρχή, εξορθολογισμός των παρακλινικών εξετάσεων και κατανόηση της οικονομετρικής διάστασης των ιατρικών πράξεων με κατάλληλη εκπαίδευση και έλεγχο. Ορισμός διευθυντών εκπαιδευτικών προγραμμάτων με βάση συγκεκριμένο γνωσιολόγιο, καθηκοντολόγιο και βιβλίο καταγραφής ιατρικών πράξεων και δεξιοτήτων, και εκπαίδευση σε πλέον του ενός κέντρα, με βάση τις εκπαιδευτικές ανάγκες. Αξιολόγηση κλινικής αριστείας με δείκτες απόδοσης που θα δημοσιοποιούνται στο Διαδίκτυο. Αγαστή και στενή συνεργασία του ΕΣΥ με τα πανεπιστήμια της χώρας, εκ των ων ουκ άνευ για την υψηλού επιπέδου λειτουργία του.

Τέλος, προετοιμασία για ετοιμότητα σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών (επιδημίες, φυσικές καταστροφές κ.λπ.), με κατάρτιση ειδικών εθνικών σχεδίων δράσης και τακτικές ασκήσεις ελέγχου ετοιμότητας.

* Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας στο ΕΚΠΑ, διευθυντής του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Υγείας Μητέρας, Παιδιού, και Ιατρικής Ακριβείας. Επικεφαλής έδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής.

Βασίλειος Μπέκος*: Καθηκοντολόγιο και αξιολόγηση

Η κατάχρηση μιας λέξης προκαλεί τη σημειολογική φθορά της, όπως έγινε με την «αλλαγή». Κάθε «αλλαγή» του ΕΣΥ προϋποθέτει επιθυμία και πίστη σε αυτό. Διότι η αληθινή επιθυμία βελτίωσης της παρούσας κατάστασης είναι «σπίθα» που θα πυροδοτήσει μια σειρά αλλαγών, ενώ η πίστη στον σκοπό θα αναζητήσει τη δύναμη και τους πόρους ώστε να τις επιτύχει.

Προετοιμασία - σχεδιασμός - υλοποίηση, λοιπόν, απαιτούνται για το Εθνικό Σύστημα Υγείας της επόμενης 50ετίας. Οι βασικοί άξονες είναι οι εξής:

• Καταγραφή προσώπων και εξοπλισμού, πλήρης, λεπτομερής, με στοιχεία για την καταλληλότητά τους και συνεχή επικαιροποίηση.

• Διαρκής ενημέρωση της κεντρικής αρχής με έναν πανεθνικό ηλεκτρονικό φάκελο ασθενών, με άμεση εφαρμογή στις μονάδες εντατικής θεραπείας, στις ειδικές μονάδες και στις υπηρεσίες ΤΕΠ - ΕΚΑΒ.

• Η υγεία να είναι κοινό αγαθό όλων, σε όλη την επικράτεια. Λήψη μέτρων εξάλειψης ανισοτήτων ιδιωτικού και δημόσιου συστήματος υγείας, επαρχίας και αστικών κέντρων, νησιωτικής και ηπειρωτικής χώρας.

• Βελτίωση συνθηκών νοσηλείας και αύξηση δυνατοτήτων δημόσιας υγείας (π.χ. εξειδικευμένες επεμβάσεις και εξοπλισμός) ταυτόχρονα με την ενεργητική επιτήρηση και τον έλεγχο των παρεχόμενων υπηρεσιών της ιδιωτικής υγείας (π.χ. ακρίβεια ιατρικών ενδείξεων, παρεχόμενες υπηρεσίες εντατικής ιατρικής).

• Δημιουργία εθνικού συστήματος ενοποίησης των υγειονομικών υπηρεσιών με ένα εξειδικευμένο σύστημα διακομιδών ασθενών, τέτοιας ποιότητας και ασφάλειας όπως η νοσηλεία σε μονάδα εντατικής. Ετσι θα επιτευχθεί η σύζευξη των υγειονομικών δυνατοτήτων της περιφέρειας με εκείνες των τριτοβάθμιων νοσοκομείων ή μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα.

• Ανακατανομή πόρων (ανθρωπίνων - υλικών) και δυνατοτήτων του με αποκλειστικό γνώμονα τις βέλτιστες υπηρεσίες του βαρέως πάσχοντος ασθενούς.

• Καθηκοντολόγιο για όλους.

• Περιορισμός διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού με αξιοποίηση της τεχνολογίας. Οι γιατροί και νοσηλευτές οφείλουν –και απαιτείται– να είναι ο πυρήνας της λειτουργίας του ΕΣΥ.

• Αναβάθμιση της νοσηλευτικής υπηρεσίας ποιοτικά –έπειτα και αριθμητικά–, διότι αυτή αποτελεί την «ψυχή» του συστήματος. Δυστυχώς, σήμερα η πλειονότητα των νοσηλευτών με χαρά θα αντάλλασσε μια «μάχιμη» νοσηλευτική θέση με οποιαδήποτε άλλη θέση εργασίας.

• Οι συνθήκες (υλικοτεχνικές και εργασιακές) είναι ιδιαίτερα σκληρές γι’ αυτούς και η επιθυμία μετεκπαίδευσης πολλών νοσηλευτών κρύβει τον πόθο μιας «τίμιας» διαφυγής από την καθημερινή νοσηλευτική πράξη και όχι τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

• Δημιουργία δομών αποσυμπίεσης υπαρχουσών κλινικών (όπως οι κλινικές ημερήσιας νοσηλείας), μονάδων αυξημένης φροντίδας, κέντρων αποκατάστασης, νοσηλείας στο σπίτι.

• Ταυτόχρονα, επαρκής στελέχωση των Κέντρων Αριστείας Ιατρικής, όπως οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, τα εξειδικευμένα διαγνωστικά/επεμβατικά κέντρα, σε λειτουργική διασύνδεση με το εθνικό σύστημα διακομιδών.

• Τέλος, συνεχής ποιοτική αξιολόγηση όλων των παραπάνω: κάθε έκπτωση από τους στόχους να σηματοδοτεί το τέλος τους και την έξοδο από το ΕΣΥ.

• Δημιουργία «μικρού και ευέλικτου» υγειονομικού συστήματος εθνικής εμβέλειας. Καθότι η υγεία «κοστίζει» αλλά είναι «ανεκτίμητη αξία», δεν υπάρχουν περιθώρια σπατάλης υλικών πόρων και κακώς αξιοποιήσιμου ανθρώπινου δυναμικού.

• Επιβάλλεται η δημιουργία μιας «υγειονομικής εφεδρείας κρίσεων» που θα μπορεί να συνδράμει σε ιδιαίτερες καταστάσεις, όπως στην τωρινή πανδημία COVID-19. Αυτή η «εφεδρεία», αποτελούμενη από κλινικούς ιατρούς και νοσηλευτές, θα ενισχύει το έργο των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας, παρέχοντας υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στο μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών με κάθε διαθέσιμο μέσο.

Προϋπόθεση, η εκπαίδευσή τους μέσω ενός εθνικού συστήματος συνεχιζόμενης ιατρονοσηλευτικής εκπαίδευσης, αξιόπιστα πιστοποιημένου και υποχρεωτικής συμμετοχής, το οποίο θα αποτελεί αναγκαία και απαραίτητη συνθήκη ένταξης και παραμονής στον υγειονομικό χάρτη της χώρας κάθε λειτουργού της υγείας.

* Ο κ. Βασίλειος Μπέκος είναι πλοίαρχος ιατρός Πολεμικού Ναυτικού, εντατικολόγος / αναισθησιολόγος, διευθυντής Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών και στην Βιοκλινική Αθηνών.